Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗΣ


Οδός Δημητρίου Γούναρη (Πλατεία Ναυαρίνου)

… Στον δρόμο αυτό και στην παρακείμενη πλατεία συγκεντρώνεται ένα «πολύβουο μελίσσι» όλο τον χρόνο, πολύ περισσότερο την άνοιξη και το καλοκαίρι που ο καιρός το ευνοεί. Αναρχικοί, αριστεροί που πουλάνε την εφημερίδα της γκρούπας τους, εναλλακτικοί φοιτητές, «χύμα» κόσμος, κιθάρες, αυτοσχέδιες μουσικές, μπύρες στα πεζούλια και τα γρασίδια, έμπρακτη άρνηση της οργανωμένης διασκέδασης, μικροφωνικές ενάντια στην κρατική καταστολή, πολιτικές αφίσες γεμάτες οργή, ενίοτε και ποιητική φαντασία, πλανόδιοι μικροπωλητές, μετανάστες που πουλάνε την πραμάτεια τους απλωμένη σε χαρτόκουτα, αδέσποτα σκυλιά που παίζουν ανέμελα, γατιά που λιάζονται νωχελικά στον περίφρακτο αρχαιολογικό χώρο, αλλά και ζητιάνοι, άστεγοι, τοξικομανείς, ανθρώπινα ναυάγια, κι από κοντά χαφιέδες, μπάτσοι κι ασφαλίτες, αστυνομικοί έλεγχοι, αναίτιοι τσαμπουκάδες, και το χειρότερο όλων, φιλήσυχοι νοικοκυραίοι που ενοχλούνται από αυτή την πολυχρωμία –αν ακούσεις τις κουβέντες τους αναπόφευκτα σου έρχεται στο μυαλό το Βερολίνο του μεσοπολέμου όπως είναι αποτυπωμένο στο εξαιρετικό «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς»– μαζί με φασίζοντες μαγαζάτορες που θεωρούν ότι οι μετανάστες τους «χαλάνε τη μόστρα» και καλούν την αστυνομία για να τους διώξει…
Συνειδητά τα τελευταία χρόνια μένω εκεί γύρω. Στην περιοχή αυτή, λοιπόν, και μεγάλο μέρος των καθημερινών μου διαδρομών, τα ραντεβού με φίλους, οι ατελείωτες συζητήσεις, τα σχέδια και οι διαφωνίες, η ενημέρωση για τις καινούργιες εκδόσεις στο μικρό αλλά απολύτως ενημερωμένο «Κεντρί» (έτσι, για να πάρω την καθημερινή μου δόση «βιβλιοεξάρτησης»), οι τυχαίες συναντήσεις με γνωστούς και οικείους, αλλά και αναπάντεχες, ενδιαφέρουσες γνωριμίες καμιά φορά.
Μ’ αρέσει το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Εδώ νιώθω οικεία. Ανοίγεις την πόρτα σου και αναπνέεις τον ιδρώτα της πόλης. Τα προάστια βρωμάνε γεροντίλα, μικροαστισμό και παραίτηση. Το κέντρο μοσχοβολάει νιάτα, αμφισβήτηση και ζωή. Κι η Δημητρίου Γούναρη, μαζί με την πλατεία Ναυαρίνου, είναι σίγουρα η καρδιά του κέντρου.

Απόσπασμα από χρονογράφημα 

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΗΚΑΣ


...
Νάρθεις, λοιπόν, Θεέ μου, στην Άνω Τούμπα, στην πλαγιά της κορυφής του Χριστού. Σε ζήτησα τόσο, ρήμαξα την ανθρώπινη αγάπη για χατίρι σου, χαστούκισα τον έρωτα για τ’ όνομά σου, δεν μ’ άφησες τίποτα να χαρώ και με μαχαίρωσες αλύπητα συνηγορώντας με τον θάνατο. Μ’ έκανες κι έχασα όλους τους φίλους μου και τώρα είναι αργά, πολύ αργά για νέα συμβόλαια∙ καθένας με τον μπαλτά στην πλάτη. Δεν μου ’δωσες τίποτα, μόνο τα χτυποκάρδια και την αγωνία, την τρέλα, τον εγκέφαλο, αυτό το αναποδογυρισμένο σακάκι, για να σέρνομαι μέσα σ’ αυτό το άπειρο, σ’ αυτό το λαχείο, πλάνης και ρακένδυτος, ρακοσυλλέκτης, το ίδιο το πρόσωπο της θρησκευόμενης και αφελέστατης δημοκρατίας. Αντιφασίστας και σκέλεθρο, ένα μαγκάλι γεμάτο στάχτες, χωρίς ζεστασιά ένα κουρέλι με ουράνια δόξα. Μια αγάπη που ποτέ δεν θ’ αποδειχτεί, ποτέ δεν θα του την ανταποδώσουν. ...

Απόσπασμα από «Τα νερά»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΗΚΑΣ


... Τις Κυριακές που δεν πηγαίναμε στο Δελασάλ πηγαίναμε στο σινεμά. Το πρώτο έργο που είχα δει ήταν ο Κόκκινος κουρσάρος με τον Μπαρτ Λάνγκαστερ στην «Αίγλη». Θυμάμαι πολλά έργα. Το Γκαγκαντίν στον «Ορφέα», τον Ζορρό, τον Ιβανόη. Στο «Ιντεάλ» πηγαίναμε, στο «Αττικόν», στο «Πάνθεον», στο «Ίλιον», στο «Αλκαζάρ». Αυτά βέβαια ήταν λιγάκι άγρια σινεμά για μας, ειδικά το «Αττικόν», γιατί πήγαμε καναδυό φορές πιτσιρικάδες κι ήταν όλο μεγάλοι μέσα και τα έργα υποτίθεται ότι ήταν πορνό. Πορνό σήμαινε ότι δείχνανε και καμιά γάμπα, ας πούμε. Και υπήρχε ένα αγκομαχητό μέσα στην αίθουσα  και που να μπει γυναίκα μέσα να δει ταινία. Δεν γινόταν. Θα μαρτυρούσε. Αλλά παρ’ όλα αυτά υπήρχαν και κάποιες τσαούσες. Πέφταν τσαντιές, πέφταν βρισιές, είχε καβγάδες, αλλά ήταν όλα μαγικά. Καμιά φορά πηγαίναν να μας κωλομπαρέψουνε, να μας πιάσουν τα μπούταια, κι εμείς τους φτύναμε στα μούτρα.
            Ήμασταν μεγάλη παρέα και πηγαίναμε όλοι μαζί σινεμά. Κι αλοίμον σ’ όποιον μας πείταζε. ...

Απόσπασμα από το αφήγημα «Αποκλεισμένος στη Σαλονίκη»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ


... Ήταν βράδι. Ένα ανέπαφο βράδι του Μάη. Κι Αυτός είχε περάσει τα «σύνορα» κι ανέβαινε τώρα βιαστικός την Αποστόλου Παύλου. Η μυρωδιά της σαλκιμιάς που μοσκοβόλαγε στον αυλόγυρο της Ροτόντας τον χτύπησε έντονα στα ρουθούνια. Σταμάτησε για ένα λεπτό κι ανάσανε βαθιά, άπληστα, σαν νάθελε να χωρέσει μέσα του όλη την δροσεράδα του βραδιού, όλη την γλύκα της άνοιξης. Πρώτη φορά, ύστερα από τόσες βδομάδες ασφυξίας, ένοιωθε τις  αισθήσεις του να υπάρχουν. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξξε το μιναρέ που η κορφή του γαργαλούσε τ’ αστέρια. ...

Απόσπασμα από την τριλογία «Το Φύλλο, το Πηγάδι, το Αγγέλιασμα»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΑΛΑΒΕΡΑΣ


... Το αυτοκίνητό του διέτρεχε με μεγάλες ταχύτητες τις παράλληλες και κάθετες οδικές της αρτηρίες, αλλά δεν είχε παρά τις ίδιες καταλήξεις: Εγνατία, Κάστρα, Σέιχ-Σου, Πανόραμα, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Σιδηροδρομικός Σταθμός, Σφαγεία, Μπαχτσέδες, κ’ ύστερα Καραμπουρνάκι, Αρετσού, Καλαμαριά, Σαράντα Εκκλησιές. Μια χούφτα πράμα. Δρόμοι, τοπωνυμίες, που θέλησαν οι κάτοικοι της πόλης να τους σημαδέψουν με περίσσια εκτίμηση.  Το στένεμα το αισθανόταν ακριβώς περισσότερο μέσα στην άνεση μιας χρονικής απλωσιάς. Νόμιζε ότι εκείνα τα βυζαντινά τείχη, που φάνταζαν ακόμη πίσω απ’ τις οικοδομές, κι ο Λευκός Πύργος κάτω στη νέα διανοιγόμενη παραλία, ήταν ένα και το αυτό, όπως το ήθελε η δύναμη του κατασκευαστή τους κ’ η ανάγκη των χρόνων που κτίστηκαν. Δεν σήμαινε τίποτα αν άλλοι άνθρωποι έκτισαν τους πύργους και τα τείχη του Επταπυργίου και άλλοι το Λευκό Πύργο χαμηλά στη θάλασσα. ...

Απόσπασμα από το αφήγημα «Οδοστρωτήρας»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ


Εποχή παγωμένου βαρδάρη

Εποχή δένει ανθρώπους, εποχή σκορπά συντρόφους

Βαρδάρης παγερός σαρώνει φεγγάρια
Εργοστάσια σκουπίδια και φαντάσματα
Κι εκείνος στην παλιά της φυλακής κουβέρτα
 Χωρίς επιστροφή στον οργισμένο δρόμο

Γράσα αφίσες στουπιά στα χέρια
Αγοράζουν ελπίδες δεν τον γνωρίζουν
Πορνό του Βαρδάρη σεργιανάνε πουτανάδικα σκοτεινά
Εφημερίδες μασάνε στον άδειο ουρανό

 Κόντρα  στον παγερό αέρα
Βαδίζει διαγραμμένος χωρίς πατρίδα το παλιόσκυλο
Γεμάτος αμφιβολίες βαδίζει
Προκηρύξεις ζεσταίνουν το αδύναμο στήθος του

Εποχή δένει ανθρώπους, εποχή σκορπά συντρόφους

Από τη συλλογή «Πάροδος Μοναστηρίου»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΛΑΣ


... Και ξημέρωσε Σεπτέμβρης, με μια θάλασσα γαλήνια, έναν ουρανό κατάλευκο, και στο βάθος μια λουρίδα με ξηρά σκουρόχρωμη, ύστερα η πόλη πιο πολύ στο άσπρο και στο καφετί, και στα δεξιά το πιο ψηλό βουνό της, που σκιαζόταν κι ήταν τώρα μαυροπράσινο, πίσω τους γαλακτερή η θάλασσα, ένα πέλαγος σχεδόν γαλήνιο και στ’ αριστερά τους πάλι τα βουνά, όπου ο Φώτης «είναι χιονισμένη η κορφή του Όλυμπου».  Και σε λίγη ώρα ήταν μες στην αγκαλιά του κόλπου, όπου άπλωνε η γης το χέρι της κι ήταν σαν να τους μηνούσε, τώρα είσαστε δικοί μου, γιατί όντως άρχισαν να φαίνονται τα σπίτια, δυο καΐκια διασχίζανε νωχελικά τη θάλασσα και πιο πέρα λάμναν δυο κουρήτες, φαίνονταν οι κωπηλάτες που αγωνίζονταν, τώρα λέγαν «να ο Λευκός Πύργος», και λαχτάρησε ο Φώτης, ένιωθε λιγούρα, ένα είδος πόνου πάνω από τη ζώνη, στα αρισττερά, και σκεφτόταν μοιάζει σαν να με τσιμπάει η καρδιά μου, και ξεσφίχτηκε. ...

Απόσπασμα από το «Η μεγάλη πλατεία»
  
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ


... Πάντα όταν μπαίνω σ’ αυτή την πόλη είναι σαν να διαβάζω Παβέζε που αφήνει το Τορίνο για να με ξεναγήσει στο Μιλάνο της Ελλάδος – το έγραψα το 1984, πρώτος, μιλώντας με τον Τόλη Καζαντζή. Μια φωνή μου φωνάζει: η πόλη αυτή που περπατάς, ανόητε, είναι στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τη Νέα Υόρκη! Μαύρα πουλιά πετούν πάνω από το κεφάλι μου. Κι ενώ λάμπει στα φώτα εγώ βαδίζω προς τη μεγάλη – πεσμένη από χρόνια- σκηνή του Σεχραζάτ∙ στο σκότος.. Στο Βαρδάρη. Οι τραγουδίστριες αρχίζουν στις 8.00 και τελειώνουν το πρωί. Στους γυναικείους ρόλους άντρες – πολλοί έχουν παιδιά. Ο Σαίξπηρ, ο Φασμπίντερ, η Άννα Φόνσου, η Χέλμη, κάθονται στο μπαρ. Και παραγγέλνουν ποτά. Που μεθούν. Η παράσταση αρχίζει. Κάποιος σηκώνει πρώτος το ποτήρι. Και οι άλλοι τον ακολουθούν.
            Κυρίες και κύριοι, εδώ η γη γυρίζει ανάποδα. Τα είδωλα αντιστρέφονται. Τα ινδάλματα σας εγκαταλείπουν.
            Ο αναιδής θρίαμβος αυτής της πόλης μόλις αρχίζει.

Απόσπασμα από το «Η γυάλινη σφαίρα της Θεσσαλονίκης»
  
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΕΣΠΑΡΗΣ


...
              Πριν φύγει από τη Θεσσαλονίκη του είχαν πει πού θα πάει, τι θα κάνει και με ποιους θα συνεργαστεί στην περιοχή που θα τον έστελναν. Οι οδηγίες του προέδρου του Φιλεκπαιδευτικού, αλλά και του  γραμματέα του Προξενείου ήταν ξεκάθαρες και σταράτες. Πριν φύγει για τη Φλώρινα πέρασε να πάρει την ευλογία του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αθανασίου και μέσα από την κρυφή υπόγεια είσοδο, την κρύπτη, που ένωνε την εκκλησία της μητρόπολης, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και το Προξενείο, τον πέρασε ο διάκος στο γραφείο του Προξένου. Καθώς περνούσε τη μισοσκότεινη κρύπτη και λίγο πριν μπει μέσα στο γραφείο ένα ρίγος τον διαπέρασε. Αναλογίστηκε το βάρος που φορτώνονταν στους νεανικούς του ώμους.
 Όταν μπήκε μέσα, είδε πίσω από το μεγάλο γραφείο τον Πρόξενο. Στάθηκε με σεβασμό απέναντί του και μαγεύτηκε. Τον άκουγε να του μιλά για αρκετή ώρα. Δεν ήταν πια ένα  απλό μάθημα, όπως στο Διδασκαλείο. Αυτός ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους έβλεπε διαφορετικά τα πράγματα. Πριν έλθει στη Θεσσαλονίκη υπηρέτησε και στην Πόλη. Συνεργάστηκε εκεί και με τον Πατριάρχη. Ήξερε κόσμο και ντουνιά. Ήξερε όμως πάνω από όλα  να βάζει φωτιές στις καρδιές των νέων παιδιών για την Πατρίδα, για τη Θρησκεία, για τη Μακεδονία. Όση ώρα έμεινε εκεί ο Δημήτρης είδε να μπαινοβγαίνουν στα άλλα γραφεία και άλλοι νέοι, γεροδεμένοι, λεβέντες. Είδε και απλούς ανθρώπους από τα χωριά να περιμένουν να μιλήσουν σε κάποιους. Ντυμένοι με τις φορεσιές των χωριών τους φαίνονταν σαν από άλλο κόσμο εκεί μέσα. Του θύμιζαν τον πατέρα του και τους συγχωριανούς του. Όλοι αυτοί που τώρα έβλεπε  είχαν κάποιο ρόλο για τον κοινό αγώνα. Όλοι τους είχαν κάποιο πόστο. ...

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Στις καλαμιές του Βάλτου»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΖΗΣΗΣ ΣΑΡΙΚΑΣ


ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΜΑΘΗΜΑ

Με παρακάλεσε  η μάνα του να του κάνω ιδιαίτερο μάθημα στα αρχαία. Καθόταν σ’ ένα προνομιούχο σπίτι στην παραλία, φάτσα στο ηλιοβασίλεμα. Όλοι στην οικογένεια είχαν μοντέρνες, φιλελεύθερες ιδέες. Ήταν πολύ γλυκό παιδί, και αμέσως έδειξε πως τον είχα κερδίσει. Μια μέρα τον ρώτησα που σύχναζε. Μου ονόμασε καναδυό μαγαζιά του κέντρου – καφετερίες και παγωτατζίδικα. Του ανέφερα μια πλατεία πιο ψηλά, όπου σύχναζαν πιτσιρικάδες. «Α, εμείς δεν πάμε κατακεί» αποκρίθηκα με ύψιστη αφέλεια. «Μόνο στην παραλία και στην Τσιμισκή. Εκεί πάνε τα φρικιά και οι βλάχοι».
            Να ένα ιδιαίτερο μάθημα για μένα.

Από τη συλλογή μικρών πεζών «ΨΙΧΟΥΛΑ»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΝΤΑΝΤΗ ΣΙΔΕΡΗ-SPECK


Η πατρίδα του Γιορίκα
......
Τα τάματα που καρφώνω στην εικόνα σου
είναι οι χάρες που λαχταρώ να έχεις
είναι οι χαρές του  ονείρου μου για σένα.
Ελλιπής αναπαράσταση ζωής.
Gastarbeiter. Καταγωγή Πόντιος. Στο Μόναχο από το 1971.
Οικογενειακή κατάσταση: παντρεμένος, δύο παιδιά. Ηλικία γύρω στα 50.
Αναλφάβητος σε δύο γλώσσες, λέει το Schinken Singen, τον εκβιασμό βιασμό.
Τόπος γνωριμίας Akropolis Expreß, μήνας Ιούλιος.
Άγγιγμα συμπαθείας που δεξιού βραχίονα.
Η απάντησή του: πρόταση ερωτική.

Πύκνωσε η ζωή μας μέσα μου
με θέλει μακριά της.
Μετάφραση: Βασιλική Κοφινά

Απόσπασμα από τη συλλογή πεζών και ποίησης hinter dem Schlaf höre ich mich besser

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ


ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ

Εξετελέσθη στις 7.06 ακριβώς σήμερα το πρωί πλησίον
 της κοινότητος Εξοχής ο Δράκος του Σέιχ Σου, δια τα
 εγκλήματα τα οποία διέπραξε.
                                                   ΟΙ ΕΦΜΕΡΙΔΕΣ

Από των τουφεκιών τις κάννες
για να φτάσουν μέχρι
το λίγο ακόμα της ζωής
έπρεπε να διανύσουνε
απόσταση έξι μέτρων
οι σφαίρες του αποσπάσματος.

Για να καλύψουν όμως τούτη
την απόσταση όφειλαν πρώτα
να διασχίσουν το μισό της∙
πιο πριν το ένα τέταρτο,
το ένα όγδοο και ούτω καθεξής,
πίσω στο άπειρο και το πιο πριν
του απείρου.

Γι’ αυτό περιηγητή των υψιπέδων
αν τύχει και κοιτάξεις
στη μεριά όπου φρουρεί
τα έρκη ο χρόνος,,
θα δεις τον Αριστείδη Παγκρατίδη
-δράκοντα που εξαγνίζει τους καιρούς-
στημένο ορθό και με δεμένα μάτια
να περιμένει ακόμα
να βρουν τον στόχο τους οι σφαίρες
του αποσπάσματος.

Από τον Φεβρουάριο του χίλια
εννιακόσια εξήντα οκτώ
Με  αυτό το κρύο
να περιμένει εκεί,
να περιμένει
έχοντας μόλις βγάλει από το στόμα του
την τελευταία κραυγή
μανούλα είμαι αθώος
που όμως κι εκείνη
μαζί με τη φωτιά απ’ τα ρουθούνια του
τάχα ποια απόσταση θα πρέπει να διανύσει;

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ


Το μαυσωλείο

Είμαι ο τελευταίος ξέρεις που υπερασπίζεται τον έρωτα
σε μιαν άδεια πόλη,
γεμάτη συνθήματα και υποσχέσεις.
Αγκυροβολημένος εδώ
σ' αυτό το μαυσωλείο των χρωμάτων,
ίσως να 'χω φτάσει σε μιαν ώρα
που όλα τελειώνουν ή αρχίζουν.

Έτσι που τα πράγματα βαραίνουν μες στην ανωνυμία
πάνε χρόνια τώρα που ζωγραφίζω ένα παράθυρο στην ψυχή σου
γεμάτο θάλασσα,
κάθομαι ώρες και προσπαθώ να σου πω
πως ο έρωτας είναι η τελευταία επανάσταση στη ζωή μας.

Από τη συλλογή
Υστερόγραφα για το αύριο

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ


Ζωγραφιές στην Άνω Πόλη

Ι

Γαλάζιο σπίτι εδώ κοιμούνται οι γοργόνες τ' ουρανού;
Έριξαν άγκυρα στο πλάι σου οι μπαξέδες.
Στην άκρη του καλντεριμιού
κάτω απ' το γαλάζιο σου παράθυρο
δυο τρία παλικάρια ηλιοτρόπια μ' έγνοιες μέλισσες
σκυμμένα συζητούν.
Ζηλεύουν τάχα οι μενεξέδες;

ΙΙ

Το φως του ασβέστη που τυφλώνει τα πουλιά.
Πίσω απ' τα καφασωτά
με κρεμασμένο κάτω απ' το κρεβάτι το 'να χέρι
χορταριασμένος και με μάτια χαμομήλια, με τον ύπνο του
ευωδισμένο από άγρια ρήγανη
ρουχνίζει ο Ιούνης μες στο θείο μεσημέρι.

ΙΙΙ

Τούρκικο σπίτι βυσσινί
είσαι μια γάτα καθισμένη πάνω στο
χορταριασμένο του καλντεριμιού χαλί.
Στη πλάτη σού φυτέψαν μια συκιά
για να κουρνιάζουνε ο ίσκιος κ' η δροσιά.
Τούρκικο σπίτι βυσσινί
καπέλο από κεραμίδια σού φορέσαν τα παιδιά
και με κοιτάς με δυο παράθυρα παλιά.

Από τη συλλογή "Μανθρασπέντα"

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΝΗΣ


Όνομα ερωτικό

Θεσσαλονίκη,
Το κεφαλαίο «Θήτα» στ' όνομά σου στρόγγυλη καρδιά
Στη μέση χωρισμένη
Για το Θερμαίο Διόνυσο και για τη θάλασσα.

Και τα δύο «σίγμα» αγκαλιαστά
    Κάτω απ' του «λάμδα» το ανοιχτό χαμόγελο
Νικούν το «όμικρον», το αδειανό μηδέν,
    Την τρύπα του θανάτου την απύθμενη,
Με το «έψιλον» του έρωτα και το «άλφα» της αγάπης...

Από τη συλλογή "Θεσσαλονίκης Αφροδίτη"

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Δ. ΠΙΣΤΑΣ


Άπολις

Άπολις από καιρό παραμένω στην ίδια πάντοτε πόλη
Άφιλος από καιρό παραμένω με τους ίδιους πάντοτε φίλους
Άνελπις από καιρό παραμένω με τις ίδιες πάντοτε ελπίδες
Άπιστος από καιρό παραμένω πιστός στις ίδιες πάντοτε πίστεις

Άφοβος από καιρό παραμένω απέναντι στα ίδια πάντοτε πράγματα δειλός
Άτρωτος από καιρό παραμένω στα ίδια πάντοτε σημεία τρωτός
Αδύναμος από καιρό παραμένω για τις ίδιες πάντοτε περιπέτειες δυνατός

Απόμακρος από καιρό παραμένω πάντοτε εν μέσω του πλήθους
Σιωπηλός από καιρό μιλώ πάντοτε γι' αυτούς που θέλουν να ακούσουν

Ανώνυμος ή ψευδώνυμος από καιρό σάς μιλώ με το δικό μου πάντοτε όνομα

Από την ποιητική συλλογή Ωσάν ποιήματα (1989)

ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ


Εντόπιο τοπίο

Αρχαιολογική και όλη κόκκαλα πατρίδα,
στυγνή οστεοθήκη∙ πληθυσμοί, μετακινημένοι πληθυσμοί,
επιστρώσεις και μαράνσεις μερίδων του πληθυσμού,
διαπιδύσεις αλλόγλωσσων, ρημάγματα
που επονομάστηκαν «λαοί», από επιστημονική ιδεοληψία:
στη Νεβογάνη ακούγονται αρβανίτικα με κοφτό τρόπο,
στη Μελίτη τα εντόπικα γλεντιούνται ως την Ιτιά:
«λιούμπαμ, μούσκεμα λέξη!» γνωμοδότησε ο Λούστας
πατέρας του μικρού Στέργιου απ' τα ρουμάνια της Νέβεσκας
ορμώμενοι∙ στο διαβαλκανικό Πισοδέρι «νιάο»
λένε το χιόνι με πτωχευμένη προφορά.
Στα Βιτώλια στρατοπέδευε μεγαλύτερο ασκέρι από τη Σαλονίκη,
κι ακόμα λανθάνει η αστική νοοτροπία∙
φάσεις ντόπιες, κειτούκειτες, ευρείες.

Το τοπίο με τα πράσινα πεύκα και τους ασβέστες,
που απεικόνισε τον οργανωμένο τουρισμό,
άλλους να επαναπαύει.

Από τη συλλογή
Βαθιά επιφάνεια

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

ΕΛΕΝΗ ΜΕΡΚΕΝΙΔΟΥ


Θάνατος σαν Θεσσαλονίκη
...

Με δύσκτητο
μόνο στα χείλη της κτέρισμα
το τέταρτο της σελήνης
          παγκόσμιο αμυντικό
η αχειροποίητος
                    συστέλλεται∙

η αλκυών πνέοντας
τη λοισθία μέσα άρμη
από την ψευδαίσθηση, τη θερμαϊκή
όμορφη μέρα, να μυθεύεται
κάθε ατομική ανέχεια, έριξε
την ποντία πέτρα στον θρύλο της∙

στα φανάρια τυφλά της αριστο-
τέλους μάγια θα λύνουν θα δένουν
τους απλανείς
σκοτεινούς γοητευμένους του παζαριού∙
διαιωνίζοντας την εκφορά

στην πιο έκφυλη πόζα, φιλόζωοι
οι σύντροφοι υπήρξαν μονάχα
για να μεταμορφωθούν
από αντίγονο φως, σαν ανταύγειες
στην ευπρέπεια που μια
                    κίρκη εσωτερικά
                                  μονολόγησε.

Από τη συλλογή «Η νοσταλγία μια δροσερή μηχανή των οδυσσέων»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ


Φράγμα Θέρμης

Κατευοδώναμε την αναχώρηση
Των νηκτικών πτηνών
Αγιάζοντας τα ύδατα
Με παπαρούνες
Βγάλαμε και φωτογραφίες

Ανυποψίαστοι κι οι δυο
Για τον κατακλυσμό

Από τη συλλογή «Εν τη ρύμη του νόστου»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΑΝΝΥ ΚΟΥΤΡΟΚΟΗ


Θερμαϊκός

Καφέ κερνάω
Έλα
Θάλασσα μπλε πατάω
Πιες
Φίλος σου αν θέλεις
Είμαι
Φτάνει γι' αυτό
Ένα τραπεζάκι
Και δυο γόπες, δυο ματιές
Ει δ' άλλως πώς
Να ζει κανείς
Στη Σαλονίκη
Μες στο Θερμαϊκό.

Από τη συλλογή «Απαστράπτοντος του κρυστάλλου»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στο καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές.
Μια πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες.
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς.
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια.
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά.
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο.
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι.
Χθες ή αύριο.
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής.

Από τη συλλογή «Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει νωρίς»

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ


Παπάφειο

 Καμιά φορά τις νύχτες που χιονίζει
πετούν θροΐζοντας ανάμεσα απ' τα δέντρα
τα ορφανά του προηγούμενου αιώνα.

Τότε ανάβουνε τα φώτα στο Παπάφειο
ξυπνούν οι επιστάτες με τα γκρίζα νυχτικά
οι φύλακες των θλίψεων του αιώνα μας
ξεχύνονται σε δρόμους που χαθήκαν
αναστατώνοντας την πολεοδομία των καιρών
ρωτούν για τα ορφανά που δεν μεγάλωσαν
τα χάδια που δεν δόθηκαν
στα μουχλιασμένα τους κρεβάτια.

Τις νύχτες που χιονίζει μέσα στα όνειρα
πετάει σαλπίζοντας ανάμεσα απ' τα σπίτια
εκείνη η μπάντα των αδέσποτων παιδιών
σκορπίζουν φυματίωση και πούδρα
γυρεύουν ένα νόμισμα παλιό
ή ένα πένθιμο κομμάτι κέικ
από τα τσάγια των φιλοπτώχων κυριών
που ακόμη οργανώνονται αθόρυβα
στις γκρεμισμένες αίθουσες
του 19ου αιώνα.

Από τη συλλογή «Πανσέληνος στην οδό Φράγκων»
 
 (Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Χ. Δ. (ΜΠΑΜΠΗΣ) ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ


Γαλλικός

Άραχνες κορφές και πέτρες δύσκολες
σκαλαθρεύοντας
άρχισα να κυλάω το χρυσάφι.
Σε κατηφόρες βουνών άφησα
να κυλήσει το χρυσάφι.
   Μέσ' απ' το νερό και τα χέρια μου
στην άκρη της άμμου να κυλήσει,
εκεί που βυθίζω τον ίσκιο μου
με τον ιδρώτα των βοδιών ανακάτευα
ξέβγαζα πολύ τις όχθες μου
και στα πατήματά μου να ξελασπώσει.
   Σε φλέβες λόφων και ξεροπήγαδα
σε χρόνους ήσυχους και κατηφόρες
άφησα να κυλήσει το χρυσάφι.
   Όπως περνάει η σπίθα του κομήτη
μέσ' από δίστομο πιθάρι και απλώνει
άφησα να περάσει το χρυσάφι.

Σ' ανήμερους χρόνους μπόρεσα να πνίξω τα νερά μου.

Από τη συλλογή Λύθρον

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΔΗΣ


Θα πρέπει να είχαν ανάψει τα κινητά των πιστών κι η είδηση πως «έγινε θαύμα στη Μητρόπολη» έφερνε τους γείτονες τρεχάτους. Αρκετοί έμπαιναν ντυμένοι πρόχειρα κι ένας δυο με πιτζάμες και παλτά ριγμένα στους ώμους. Ακολούθησαν κι άλλοι, από μακριά. Πιθανώς ειδοποιούνταν πιστοί από τους γύρω ναούς –αγία Σοφία, αγία Θεοδώρα, άγιο Πρόδρομο, Γοργοεπήκοο ή Νέα Παναγία- να σπεύσουν στον Γρηγόριο τον Παλαμά. Οι πιστοί στον άγιο Δημήτριο είχαν μείνει με την επισημότητα του μητροπολίτη, του δημάρχου  και του νομάρχη, αλλά χωρίς θαύμα.
                Όσοι έφταναν παραμέριζαν βίαια τους προηγούμενους, να χορτάσουν κι αυτοί στην θέα του λεκιασμένου εικονίσματος. Περνώντας σκυφτοί μπρος από τα τηλεοπτικά συνεργεία, που συνέχιζαν τις μαγνητοσκοπήσεις, ορισμένοι δοκίμαζαν και να το αγγίξουν. Ο αρχιμανδρίτης είχε αφήσει τα χρέη του θυρωρού κι αγωνιζόταν να βάλει τάξη με την βοήθεια  του επιφανούς βουλευτή, που μούσκευε στον ιδρώτα το ακριβό του κοστούμι. ...

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ο ΘΕΟΣ ΦΥΛΑΕΙ ΤΟΥΣ ΑΘΕΟΥΣ

(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)