Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗΣ


... Με τα μάτια καρφωμένα στη διαχωριστική γραμμή (η θητεία μου στον στρατό με είχε διδάξει πως μπορεί να είναι σωτήρια σε τέτοιες περιπτώσεις), σκεφτόμουνα ταυτόχρονα φράσεις από το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ομίχλη».
Τη νύχτα, ο πεθαμένος από χρόνια φίλος μου, με επισκέφθηκε στον ύπνο μου. ΄Αναψε το λαμπατέρ στο κομοδίνο, με το δικαίωμα που αποκτά κανείς μπαίνοντας στο όνειρο κάποιου άλλου, κι ύστερα, λέει, μου πρότεινε: «Πάμε μια βόλτα στην παραλία; Έχει ομίχλη, και μ’ αρέσει να βαδίζω μέσα της.»
Περπατήσαμε, όχι από τη μεριά της θάλασσας μα από την άλλη, με τις καφετέριες στη σειρά και με τις αντιπροσωπείες αυτοκινήτων και μοτοσικλετών.
Ο Ιωάννου, όπως συνήθιζε και στους αληθινούς περιπάτους μας, σχολίαζε τους περαστικούς που διασταυρώνονταν μαζί μας ή μας προσπερνούσαν βιαστικοί: «Αυτός είναι φαντάρος στη πρώτη του έξοδο. Εκείνη εκεί είναι ανύπαντρη, υπάλληλος στον Οργανισμό Εγγείων Βελτιώσεων, και επιστρέφει σπίτι της από επίσκεψη στην παντρεμένη αδελφή της ― κρυφά τη ζηλεύει που έχει κιόλας τρία παιδιά! Ο άλλος είναι επαρχιώτης και ήρθε στη ‘συμπρωτεύουσα’ για ψυχαγωγία.»
Γελούσαμε με τα αυθαίρετα πλην καλόβολα σχόλιά του κι ύστερα καθόμασταν για έναν καφέ ή για μια πορτοκαλάδα στο «Αιγαίον». Αν περπατούσαμε τώρα στην παραλία, θα σχολίαζε πως κι αυτό άλλαξε στυλ, κι από παραδοσιακό καφενείο εκμοντερνίστηκε σε καφετέρια. ...

 Από κείμενο ραδιοφωνικής εκπομπής για τον Γιώργο Ιωάννου
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΟΣ


Η επιστροφή

… μα ό,τι είναι πάρα πολύ ωραίο είναι γένους θηλυκού: Μάνα, Γυναίκα, Θάλασσα, Θεσσαλονίκη, Φιλία, Ανδρεία, Ανατολή. Από μικρός είχα μια έμφυτη αγάπη σ’ όλα αυτά, μιαν υπερβολική αδυναμία και δε μ’ ένοιαξε σταλιά όσες φορές κατηγορήθηκα πως μ’ έσερναν απ’ τη μύτη, ούτε και ποτέ μου προσπάθησα ν’ αντισταθώ στις συγκινήσεις, στις περιπέτειες ή στις πίκρες που μου πρόσφεραν, μια ταλαιπωρία ψυχική ή σωματική που πολλές φορές την αναζητούσα κιόλας. Ασκούσαν πάντα πάνω μου μια γοητεία μαγική και μιαν απόλυτη εξουσία, δάσκαλοι και παράλογοι οδηγητές συνάμα, που και στις χειρότερες στιγμές μου δεν ύψωσα ποτέ φωνή εναντίον τους ή κατάρα. Ευλογημένα να ’ναι όσο ζω, να ’χουμε τη δύναμη να με ταλαιπωρούν και να τα ταλαιπωρώ, να παίζουμε τη ζωή μας.

Από τη συλλογή «Τα καλά παιδιά»,
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

Θεσσαλονίκη, Παναγία

Τι όμορφη που ήσουν Σαλονίκη, μα δεν το' βλεπα ...

Κλέβοντας ώρες απ' το Χαρμάνκιοϊ στο Αγγελοχώρι,
Λαδάδικα, Ταμπάκικα, Μαρτίου, Αρσακλή,
χειμώνες πέντε διαδρομή στην ευλογημένη Αρετσού
ανοίξεις πέντε στα Ξυλάδικα, στους γερανούς Ματράκα,
Σάββατα ταβερνιάρικα σε κόχες στο Καπάνι
και Κυριακές αφράτα χιόνια στους προσκόπους στον Χορτιάτη
ή σε γρασίδια ήμερα πίσω απ' τους Χορτατζήδες,
γεμάτοι τύψεις στις μπουκαδούρες πέντε καλοκαίρια
πέντε ένοχους βαρδάρηδες χειμώνες, παγωμένους.

Μετά από τόσες στάσεις, τόσα χιλιόμετρα, σφηνώθηκε ο χειμώνας
μακριά η πατρίδα, λίγα τα ποιήματα κι αυτά προσφυγικά
και πίσω τους ο χώρος που ήτανε ο θόλος της ιστορίας
κι εγώ δεν το' χα καταλάβει.

Πατρίδα Σαλονίκη, πέντε χρόνους μας προστάτεψες, παναγία
και ύστερα έκρυψες τη φοβερή σελήνη σου για άλλα ζευγάρια.

Από τη συλλογή «Αποτελέσματα χρήσεως»,
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΤΑΣΟΣ ΚΑΛΟΥΤΣΑΣ


... Η ευδία της επομένης δεν τον ξεγελούσε. Μέτρησε καμπόσα μικρά σκάφη, με πανί, μπροστά στο παλατάκι. Επειδή δεν μπορούσε να τα διακρίνει καθαρά με γυμνό μάτι, ξαναπήρε τα κιάλια. Η επιφάνεια της θάλασσας ασήμιζε μεριές μεριές· θαμπωτικές αντανακλάσεις σκορπίζονταν κι από τους ηλιακούς θερμοσίφωνες, στις ταράτσες ή στις στέγες των οικοδομών. Στο μεγάλο ακρωτήρι, που αναδιπλωνόταν στο βάθος, εντόπισε το λευκό μπαλόνι του ραντάρ. Στημένο εκεί, για να τους διαπερνά, με το αδιάκριτο και σαρωτικό του βλέμμα, νύχτα- μέρα. Καθώς έγερνε ο ήλιος, είχε την αίσθηση πως έσβηναν, το ένα μετά το άλλο, τα παραπλανητικά ξόμπλια της μέρας και μια ύπουλη σιωπή που εγκυμονούσε τον κίνδυνο απλωνόταν παντού. ..

Απόσπασμα από "Το  παρατηρητήριο" της συλλογής διηγημάτων 
 Το τραγούδι των σειρήνων
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ


... Ο «λέων των φρουρίων» και «έρυμα ισχυρόν», κατά τον Τούρκο περιηγητή Εβλιά Τσελεμπί, υπήρξε επί αιώνες στοιχειωμένος πύργος του αίματος, Κανλί Κουλέ στα τούρκικα, ως φυλακή ισοβιτών και καταδίκων των απελευθερωτικών κινημάτων, γιατί εκεί «απέσφαττον τους καταδίκους, ενώ το αίμα έβαφε τους λευκούς τοίχους της ειρκτής», καθώς γράφει ο Χατζηιωάννου στσην «Αστυγραφία» του. Αιμοδιψείς γενίτσαροι ανέβαζαν στις επάλξεις τους θανατοποινίτες, προειδοποιώντας την εκτέλεση με κανονιοβολισμούς, ενώ το αίμα των σφαγμένων με σπαθιά έβαφε τους εξωτερικούς τοίχους του πύργου με τριάντα μέτρα ύψος και εβδομήντα μέτρα περίμετρο. Το πενταόροφο θαλάσσιο οχυρό, που χτίστηκε το 1430 από τούρκους και βενετσιάνους τεχνίτες, σύμφωνα με αρχειακές πηγές, έβαψε με άσπρο ασβέστη το 1890 ο φυλακισμένος Nathan Gueledi για να επανακτήσει την ελευθερία του. Το άσπρισμα του πύργου, που ονομάστηκε έκτοτε Μπεγιάζ Κουλέ, Λευκός Πύργος δηλαδή, κι ας ξέβαψε με τις βροχοβολές και την πολυκαιρία, έγινε μετά το συνέδριο του Βερολίνου, το 1878, ως χρωματική απεικόνιση του δήθεν εκσυγχρονισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. ...
Απόσπασμα από το Ο ΕΡΩΣ ΣΚΕΠΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΗ
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΓΡΑΨΑΣ


Σ’ ΑΝΑΖΗΤΩ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ

Αφού με έσπειρε μια μοίρα αυτοκρατόρισσα
μήτρα με γέννησε αρχαία Μακεδόνισσα
μ’ άδεια φαρέτρα πολεμάω το χειμώνα
από το κάστρο στην καρδιά του Πλαταμώνα.

Αφού με φέρνει μονοπάτι φαναριώτικο
ένα σοκάκι με κρατάει Σαλονικιώτικο
έλα ένα βράδυ την υπόσχεση να πάρεις
πριν να τη σβήσει με σφουγγάρι ο βαρδάρης.

Σ’ αναζητώ. Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα.
Λείπει το βλέμμα σου απ’ της αυγής τα χρώματα.
Σ’ αναζητώ. Σ’ αναζητώ μ’ ένα βιολί κι ένα φεγγάρι
λείπει το όνειρο εσύ και το δοξάρι.

Αφού μεθάω μ’ ένα κρασί αγιονορείτικο
και μ’ ένα ντέρτι σεκλετίζομαι πολίτικο
βρες το μαχαίρι που στα δύο μας χωρίζει
κι έλα εδώ στων στεναγμών το μετερίζι.

Αφού στον Όλυμπο οι Θεοί τ’ αποφασίσανε
δώσαν στο κρύο τα κλειδιά κι αυτοκτονήσανε
μόνη ξυπνά μόνη κοιμάται τώρα η μέρα
με μηχανάκι με κομπιούτερ και φλογέρα.

Από τη συλλογή «Η Εθνική μας μοναξιά», 1992
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΤΑΚΗΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ


Οδός Ολύμπου
                        …….
                        Τον έπιανε ο οίστρος όπως με τα πουλιά
                        που όλα τους δεν είναι προφητικά
                        τα περισσότερα κάνουν το πρωί
                        μια βόλτα στα νεκροταφεία
                        και ύστερα φιλιούνται
                        ή λένε άσματα εφήμερα
                        όλα τα άλλα τα παίρνει κάθε αυγή
                        ένα μελανό καράβι
                        φεύγει μακριά από πεζογραφίες
                        και ελλιπή ποιήματα
                        πρώτα παίρνει τα έπιπλα
                        ύστερα παίρνει τους ανθρώπους
                        μένουν τοίχοι χωρίς σοβάδες
                        τα έργα μας όμως σαν της Ιουλιανής
                        είναι καλύτερα από των αρχαίων.
                        Τον έπιανε ο οίστρος
                        είχαν βαρύνει και οι μέρες επάνω του
                        χειμώνας καιρός οι δρόμοι υγροί παντού
                        βρέθηκε σε κάτι άδυτα ναών
                        ανάμεσα σε φεγγάρια
                        με ανθρώπους που επαράσταιναν τους Θεούς.
                        Μια φορά είχε διακρίνει κάτι ερωτιδείς
                        στον κανθό του κίτρινου βολβού του ματιού της
                        εκεί που ο ήλιος συνήθως έπεφτε
                        και ήτανε έτσι νύχτα ξαφνικά
                        πάνω από τη θάλασσα την πυρωμένη.
                        ……...
          Από τη συλλογή ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ


…Στέκομαι καρτερικά έξω από το φωτιζόμενο μαγαζί με τα ηλεκτρικά είδη κι ακούω το «ω, γλυκύ μου έαρ» εκστασιασμένος. Ανάμεσα σε προσκόπους, ψάλτες και καλοντυμένα γυμνασιοκόριτσα, διακρίνω παλιούς Χαριλιώτες, εξαφανισμένους από προσώπου γης εδώ και χρόνια. Τρακέρνω και καμιά συμμαθήτριά μου απ’ το δημοτικό κι αμέσως ψάχνω να εντοπίσω σε πρόσωπο και μέτωπο τα πρώτα τραβήγματα, τις πρώτες ενδείξεις φθοράς απ’ τα κουτσούβελα που σέρνει και τις πολλές σκοτούρες.
          «Στου Μπασιάκου, στις εννιάμισι!» Είναι το μήνυμα, το σύνθημα, η συμφωνία της ημέρας. Το σημείο συνάντησης των τριών επιταφίων του Χαριλάου –παλιά, νέας Οσίας Ξένης και Ρώσικης εκκλησίας. Μπροστά στο πολυκατάστημα ηλεκτρικών ειδών θα στηθούν ξανά οι χορωδίες και θα ψάλουν για το Μέγα νεκρό. Κόσμος, συνωστισμός, θλίψη, κεριά, κατάνυξη αλλά και κουτσομπολιά και σχόλια. Ματιές απίστευτες, όλο νόημα. Μια μυστική συνωμοσία.
          Ακούω τις μαγικές ψαλμωδίες, μυρίζω τις ανοιξιάτικες ευωδίες και στρέφω το βλέμμα μου στον επί ξύλου κρεμάμενο Ιησού. Έχω την αίσθηση πως, ακούγοντας τόσες φορές απ’ το πρωί την ίδια φράση, λοξοκοιτάζει και Κείνος στη βιτρίνα τα καινούργια στερεοφωνικά, σε τιμές ευκαιρίας.

Απόσπασμα από το αφήγημα «Συνάντηση επιταφίων»  της συλλογής αφηγημάτων «Το ίδιο έργο της ζωής μου»
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΕΛΕΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ


... «Θα τη βαφτίσουμε λοιπόν στις είκοσι εννιά του μηνός στη Λαγουδιανή…» «Τι; Πώς; Τι θα πει Λαγουδιανή, μωρή κουμπάρα; Παναγιά η Λαοδηγήτρια είναι το σωστό όνομα. Άκου Λαγουδιανή… Σαν να λέμε δηλαδή η Παναγία των λαγών», διαμαρτυρήθηκε ο Χριστάκης. «Μα… μα…» ταλαντεύτηκε η Βασιλική, «κι όμως έτσι λέγεται, αυτό είναι το σωστό όνομα∙ ναι, Λαγουδιανή είναι και μη χολοσκάς, κουμπάρε, γιατί άμα θέλω εγώ σε βγάζω το παιδί σου το όνομα που θες εσύ. Μην το πω τελευταία ώρα Ανυσία, α!» Λούφαξε ο Χριστάκης κι η Παναγία, Λαοδηγήτρια ή Λαγουδιανή, των ανθρώπων και των λαγών, γέλασε στα νεφελώδη ύψη της και σήκωσε το άσπρο παχουλό της χέρι και τους ευλόγησε: τον πατέρα και τη μάνα και την κόρη, μα προπάντων την κουμπάρα. ...

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ


....

Περιδιαβάζεις και  συ στην παλιά παραλία από τότε που ήσουν έφηβος και θυμάσαι ότι πάντα σε ανακούφιζε, σου ’δινε  κουράγιο αυτό το περπάτημα από το Λευκό Πύργο ως το λιμάνι, σε αυτό το παραλιακό εντευκτήριο όλων των κατοίκων της πόλης. Μπορείς να νοιώσεις την αύρα από τη θεσσαλονικιώτικη «Μέκκα της ξέφρενης διασκέδασης», στην παραλία με τα καφέ αμάν, όπου ξεφάντωνε τότε ο νεαρός Κεμάλ, με τις ρεντιγκότες, τις τουαλέτες, τη διαπεραστική μουσική, τις κιθάρες, τα βιολιά, τα πρόστυχα γαλλικά τραγούδια, τους καρσιλαμάδες, τα τσιφτετέλια και τους ζεϊμπέκικους και με το αγαπημένο στέκι των γλεντζέδων και της φτωχολογιάς, το Μαζλούμ καφέ (στη θέση του ξενοδοχείου Μεντιτερανέ).
Μπορείς να δεις το Μάνο Χατζιδάκι να κάνει το 1946 τον περίπατό του στην προβλήτα κοντά στο λιμάνι και να εμπνέεται ένα από τα σημαντικότερα έργα του, τον «Κύκλο του CNS». Μπορείς να συναντήσεις τα παιδιά που ο Β. Βασιλικός θυμάται να βλέπουν μετά το τέλος της κατοχής τα ανατιναγμένα και βουλιαγμένα καράβια να αλλάζουν σχήματα και μορφές μες τη ρηχή θάλασσα της παραλίας. Μπορείς να δεις στην οθόνη της συλλογικής μνήμης τον Ελ. Βενιζέλο να φθάνει από θαλάσσης στην πόλη τον Ιούλιο του 1928.
....

Απόσπασμα από κείμενό του στην εφημ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΡΟΥΛΑ ΑΛΑΒΕΡΑ


Η πόλη που ζω

Αυτή η πολιτεία καλλιεργεί τη μοναξιά μου
Επιβάλλει το βήμα μου να' ναι πίσω
Εξαναγκάζει την καρδιά
Αυτή η πόλη γίνεται χώρα μοναδική
με τα καλντερίμια, τις γραμμές των τραμ
τους στρατιώτες της στα φυλάκια
Αυτή η χώρα μου μ' εξαγοράζει

Κρύβομαι ανάμεσα σε σοκάκια
Λένε πως η μοναξιά
ζει με τους πεθαμένους
πως τα σπίτια που περιτριγυρίζονται
με κάγκελα, είναι σπίτια νεκρών.
Όνειρα με φωταγωγημένες εκκλησίες
και φρούτα παράκαιρα.
Τα πόδια εξακολουθούν να βαδίζουν.
 
 
Από τη συλλογή «Πέρασμα 1964»,
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ
Πολλά την ενοχλούσαν και την κούραζαν στην πόλη,
η μιζέρια, κάτι σαν παρακμή τις τελευταίες δεκαετίες.
Ύστερα εν τη ρύμη του λόγου συνέχισε:
"Στον σφοδρότερο έρωτά μου έδινα ραντεβού
στην πλατεία Άθωνος.
Με ταξί ή περπατώντας καταλήγαμε στο δωμάτιό του,
σε ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία στο Βαρδάρι,
επί της Μοναστηρίου.
Υπέρ το δέον φλογερή η έξαψή μας,
άρχιζε και κορυφωνόταν στον έρωτα,
ένα ρίγος για ό,τι φανερό ή μυστικά ανεκδήλωτο μας έδενε.
Από τότε στο μυαλό μου νοσταλγικά κουβαλάω
την εικόνα της πόλης από την Άθωνος μέχρι το Βαρδάρι,
τους ενδιάμεσους δρόμους, την αγορά.

Από τη συλλογή "Ηδονή και εξουσία" 
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΛΙΚΗΣ


ΝΥΧΤΩΔΙΑ

Μιλάω μοναχός στον εαυτό μου:
«Απόψε κάτσε σπίτι να σκεφτείς,
φτάνουν τα δρομολόγια της νύχτας
που θα βρεις πάλι τόπο να κρυφτείς
και πού ψυχή τον πόνο σου να πεις;»
Ψάχνω υποκατάστατα για να δοκιμαστώ
όλους να τους γελάσω και ν’ αυτογελαστώ.

Ανυπεράσπιστος κι αυτήν τη νύχτα
δε βρίσκω τρόπο  για να αντισταθώ
και δεν κατάλαβα πώς πάλι έχω φτάσει
από Αριστοτέλους σε Βαρδάρι και Σταθμό,
δε βρίσκω τρόπο για να αντισταθώ.
Διαδρομές και όνειρα νυχτοπερπατημένα
ούτε σε σένα αξίζουνε μα ούτε και σε μένα.

Με το γιακά μου ανασηκωμένο,
Τα χέρια μες στις τσέπες μου βαριά,
πήρα το δρόμο πάλι για το σπίτι
και όπως όπως, ας περάσει η βραδιά
με ρημαγμένη πάλι την καρδιά.

Απόσπασμα από το: «ΕΡΩΤΙΚΟ» ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ,
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΗΤΣΙΑΛΗ



...
Περιμένουν ανυπόμονα το λεωφορείο, ανεβαίνουν γρήγορα τα σκαλιά, σπρώχνονται για να σταθούν. Κάτι αφήνουν πίσω τους που δεν  τους αρέσει. Αλλά κι αυτό που πάνε να βρουν; Και το μυαλό συνέχεια αλλού. Μια σκάλα από επόμενα βήματα. Ροκανισμένα σκαλοπάτια καθημερινού προγράμματος. Από ανάγκη, από συνήθεια. από φόβο.
          Μόνο το χειμώνα είναι λίγο δύσκολα στη στάση. Κρύο, κι εκείνη η αίσθηση ότι το λεωφορείο μπορεί να μην έρθει ποτέ, κι εγώ να μείνω μόνη μες τη νύχτα, σ’ έναν έρημο δρόμο χωρίς περαστικούς. Σε μια περιοχή χωρίς γνωστούς. Με κλεισμένες πόρτες. Και το σπίτι μου πολύ μακριά.
          Αυτήν την ώρα το 58 είναι γεμάτο αλλοδαπές καθαρίστριες. Σε κάθε στάση ανεβαίνουν και μερικές. Ξεθεωμένες και φτωχοντυμένες, με δάχτυλα και παλάμες σκασμένες από τα απορρυπαντικά. Με κακοβαμμένα μαλλιά, φτηνό μακιγιάζ που παραπέφτει μες στη βιασύνη, και μπουφάν από δερματίνη που γυαλίζει σαν καθρέφτης, αγορασμένο από κάποια λαϊκή.
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ
  
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ


...
            Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη έζησε μιαν ολόκληρη ζωή στην πόλη αυτή χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί ουσιαστικά από αυτή. Έτσι πέρασαν από πάνω του όλες οι μεταλλαγές και οι μεταμορφώσεις της. Είναι κάτι σαν ριζικό, από τα μέσα του περασμένου αιώνα, η πόλη αυτή να μεταλλάζει συνεχώς, να μην κατασταλάζει σε κανένα πρόσωπο, αν και δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες, να εξυπηρετεί σκοπιμότητες και συμφέροντα, μασκαράς κατάντησε, όλα αυτά πέρασαν από πάνω του. Είναι κι αυτός πια ένας από εκείνους τους περασμένους που μέρα με την ημέρα έβλεπε, νιος αυτός, να αλλάζουν και να γερνούν, να συρρικνούνται μέσα στους ίδιους και ίδιους δρόμους, ώσπου να χάνονται και κανείς να μη μιλάει πια γι’ αυτούς.
            Ήταν χρυσός κανόνας. Θυμόταν το Πανεπιστήμιο. Τη μεγάλη βαριά καγκελόπορτα. Το κεντρικό κτίριο, «Μούσαις Χάρισι Θύε», και ύστερα τα νεότερα, η Φυσική, το Χημείο, ύστερα το Πολυτεχνείο. Έφτανε τότε λίγο, κάπου να διακριθείς, κάπως να φανείς πως ξεχωρίζεις από τους άλλους και σου κολλούσαν το επιτιμητικό επίθετο. Δεν ήταν κάποια πράξη συγκεκριμένη, ανήκες, οργανωμένος δεχόσουν εντολές για εφαρμογή και εκτέλεση. Τίποτα από αυτά∙ απλώς γιατί έτσι σε είχε η μάνα σου αναθρέψει και ξεχώριζες από τους άλλους.
Απόσπασμα από το  ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
  
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΛΑΣ


......
          Αλλά εκείνος είχε πάει για να βρει την τύχη του στην Πόλη και ν’ ανοίξει εκεί ένα καινούργιο μαγαζί και ν’ απολάψει πείρα από πιο μεγάλη πολιτεία, που ήτανε το κέντρο με τον πατριάρχη κι όλες τις ελπίδες ή τις τέχνες και τις προκοπές. Κι έλεγε αργότερα χαμογελώντας με θυμοσοφία, ξαπλωμένος στον σοφά του να ξεκουραστεί, πως η τύχη του λεγόταν Ευγενία και την πρώτη τους φορά που συναντήθηκαν, ευωδίασε το χέρι του από το χέρι της λεβάντα και το μύριζε ως το άλλο πρωινό, που ξαναπλύθηκε. Μόνο που αναρωτήθηκε για μια στιγμή «μα είναι όμορφη;» πράγμα που δεν θα μπορούσε να το πει (ναι ή όχι), να το υποστηρίξει, παρά έκλεινε τα μάτια και μυριζόταν.
Αυτή ήτανε που έφερε σα νύφη, που έφερε γυναίκα του  στη Σαλονίκη σε δυο χρόνια, όταν ξαναγύρισε, δίχως και να διδαχτεί πολλά, έξω από μία νοσταλγία για την πόλη που τον είχε μεγαλώσει στα κατώγια της, στα μαγαζιά της από τον Βαρδάρη πέρα μέχρι την Καλή Μεριά. Ήταν σα να είχε πάει ως την Πόλη με σκοπό να μάθει για την Ευγενία και πώς την κερδίζουν, να του την γνωρίσουν και να παντρευτεί.
Απόσπασμα από την αηδόνα της συλλογής ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ 
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)

ΜΑΝΩΛΗΣ ΞΕΞΑΚΗΣ


Χρόνος πρώτος: Η Αφροδίτη σανδαλίζουσα

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ ΤΟΣΑ αγάλματα
της Αφροδίτης Σανδαλίζουσας,
βγαλμένα από λίγα αρχικά πρωτότυπα
σε εργαστήρια της ομορφιάς
του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα,

μας είπε ο διευθυντής Αρχαιολογικού Θεσσαλονίκης,
αγγίζοντας, τάχα αδιάφορα, οπίσθια μαρμάρινης θεάς.
Μας κοίταξε στα μάτια και συνέχισε:

Υπάρχει πρόβλημα∙ διότι, ναι, όλοι τη  βλέπουμε
που σκύβει∙ όμως το βάζει ή το βγάζει το σανδάλι
         της;

Μπα, συλλογιστικά, η κάθε Αφροδίτη
πάντα βγάζει το σαντάλι της
και το πετά αδιάφορα στο ρεύμα των αιώνων.
Η ομορφιά προσφέρεται γυμνή και ανυπόδητη
κι ευφραίνει τους νοήμονες με κάθε τολμηρό
ηδυπαθές  και αγαλμάτινο της προσδοκίας σκέρτσο.

Από τη συλλογή Χρόνος 
(Πορτραίτο από το Φωτ.Αρχείο: © Γιάννη Δ. Βανίδη)